anticiper
anticiper
ɑ̃t͡sisipe
aatsisipe
anticipé

Ορισμός και σημασία του "anticiper"στα γαλλικά

anticiper
01

προλαμβάνω

faire ou préparer quelque chose avant le moment prévu 
anticiper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anticipe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
anticipons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
anticiperai
ενεστώτα μετοχή
anticipant
παθητική μετοχή
anticipé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
anticipions
Παραδείγματα
J'ai anticipé mon travail pour finir avant le weekend. 

Προχώρησα τη δουλειά μου για να τελειώσω πριν το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store