anticiper
Pronunciation
/ɑ̃tisipe/

Ορισμός και σημασία του "anticiper"στα γαλλικά

anticiper
01

προλαμβάνω

faire ou préparer quelque chose avant le moment prévu
anticiper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anticipe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
anticipons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
anticiperai
ενεστώτα μετοχή
anticipant
παθητική μετοχή
anticipé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
anticipions
Παραδείγματα
Anticipez vos révisions pour l' examen.
Προγραμματίστε νωρίς τις επαναλήψεις σας για τις εξετάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store