Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anticiper
01
προλαμβάνω
faire ou préparer quelque chose avant le moment prévu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anticipe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
anticipons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
anticiperai
ενεστώτα μετοχή
anticipant
παθητική μετοχή
anticipé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
anticipions
Παραδείγματα
Anticipez vos révisions pour l' examen.
Προγραμματίστε νωρίς τις επαναλήψεις σας για τις εξετάσεις.



























