l'annulaire
annulaire
anylaɛ̯ʁ
anylaer
angulaireannuaire

Ορισμός και σημασία του "annulaire"στα γαλλικά

01

παράμεσος, δακτύλιος

doigt situé entre le majeur et l'auriculaire 
l'annulaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
annulaires
Παραδείγματα
Elle porte son alliance à l'annulaire gauche. 

Φοράει το γαμήλιο δαχτυλίδι της στο αριστερό παράμεσο δάχτυλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store