l'annulaire
Pronunciation
/anylɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "annulaire"στα γαλλικά

L'annulaire
[gender: masculine]
01

παράμεσος, δακτύλιος

doigt situé entre le majeur et l'auriculaire
l'annulaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
annulaires
Παραδείγματα
L' annulaire aide à tenir fermement les objets avec la main.
Ο παράμεσος βοηθά να κρατάτε αντικείμενα σταθερά με το χέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store