Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annoncer
01
ανακοινώνω, γνωστοποιώ
faire savoir quelque chose à quelqu'un, informer ou communiquer une nouvelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
annonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
annonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
annoncerai
ενεστώτα μετοχή
annonçant
παθητική μετοχή
annoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
annoncions
Παραδείγματα
Les médias annoncent la météo chaque matin.
Τα μέσα ενημέρωσης ανακοινώνουν τον καιρό κάθε πρωί.



























