Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annoncer
01
ανακοινώνω, γνωστοποιώ
faire savoir quelque chose à quelqu'un, informer ou communiquer une nouvelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
annonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
annonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
annoncerai
ενεστώτα μετοχή
annonçant
παθητική μετοχή
annoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
annoncions
Παραδείγματα
Elle annonce les résultats aux étudiants.
Αυτή ανακοινώνει τα αποτελέσματα στους φοιτητές.



























