Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'anicroche
01
petit problème ou difficulté imprévue qui gêne le déroulement de quelque chose , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le voyage s'est déroulé sans la moindre anicroche.



























