l'angoisse
Pronunciation
/ɑ̃gwas/

Ορισμός και σημασία του "angoisse"στα γαλλικά

L'angoisse
[gender: feminine]
01

αγωνία, ανησυχία

inquiétude profonde qui cause une forte détresse intérieure
l'angoisse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' angoisse était visible dans ses yeux au moment du départ.
Η αγωνία ήταν ορατή στα μάτια του τη στιγμή της αναχώρησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store