l'angoisse
angoisse
ɑ̃gwɑs
aagvaas

Ορισμός και σημασία του "angoisse"στα γαλλικά

01

αγωνία, ανησυχία

inquiétude profonde qui cause une forte détresse intérieure 
l'angoisse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'angoisse l'empêche de dormir la nuit. 

Η αγωνία την εμποδίζει να κοιμηθεί τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store