Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'angoisse
01
αγωνία, ανησυχία
inquiétude profonde qui cause une forte détresse intérieure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'angoisse l'empêche de dormir la nuit.
Η αγωνία την εμποδίζει να κοιμηθεί τη νύχτα.



























