Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'analyse
[gender: feminine]
01
ανάλυση, μελέτη
examen détaillé et méthodique d'un élément
Παραδείγματα
L' analyse chimique confirme nos hypothèses.
Η ανάλυση χημική επιβεβαιώνει τις υποθέσεις μας.
02
ψυχανάλυση, ψυχολογική ανάλυση
éthode thérapeutique visant à explorer l'inconscient
Παραδείγματα
Cette interprétation vient de sa dernière séance d' analyse.
Αυτή η ερμηνεία προέρχεται από την τελευταία του συνεδρία ανάλυσης.
03
ανάλυση, ιατρική εξέταση
examen médical d'un échantillon biologique
Παραδείγματα
Le laboratoire fait des analyses poussées.
Το εργαστήριο πραγματοποιεί διεξοδικές αναλύσεις.



























