améliorer
améliorer
ameljɔʁe
amelyawre

Ορισμός και σημασία του "améliorer"στα γαλλικά

améliorer
01

βελτιώνω, βελτιώνομαι

rendre quelque chose meilleur, augmenter la qualité ou la valeur 
améliorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
améliore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
améliorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
améliorerai
ενεστώτα μετοχή
améliorant
παθητική μετοχή
amélioré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
améliorions
Παραδείγματα
Il veut améliorer ses compétences en français. 

Θέλει να βελτιώσει τις γαλλικές του δεξιότητες.

02

βελτιώνω, προοδεύω

devenir meilleur, progresser 
améliorer definition and meaning
Παραδείγματα
Sa santé s'est améliorée après le traitement. 

Η υγεία του/της βελτιώθηκε μετά τη θεραπεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store