Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
améliorer
01
βελτιώνω, βελτιώνομαι
rendre quelque chose meilleur, augmenter la qualité ou la valeur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
améliore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
améliorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
améliorerai
ενεστώτα μετοχή
améliorant
παθητική μετοχή
amélioré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
améliorions
Παραδείγματα
Elle a amélioré sa santé grâce à une meilleure alimentation.
Βελτίωσε την υγεία της χάρη σε καλύτερη διατροφή.
02
βελτιώνω, προοδεύω
devenir meilleur, progresser
Παραδείγματα
Il faut s' améliorer pour réussir cet examen.
Πρέπει να βελτιωθείς για να περάσεις αυτή την εξέταση.



























