l'amusement
a
a
α
muse
myz
μυζ
ment
mɑ̃
μα
amèrementamplement

Ορισμός και σημασία του "amusement"στα γαλλικά

01

ψυχαγωγία, διασκέδαση

sentiment de joie, de détente ou de distraction lié à une activité agréable 
l'amusement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les enfants jouent avec amusement dans le parc. 

Τα παιδιά παίζουν με ευχαρίστηση στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

amusement
amuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store