amphibie
amphibie
ɑ̃fibi
aafibi

Ορισμός και σημασία του "amphibie"στα γαλλικά

01

αμφίβιος, υδρόβιος και χερσαίος

qui peut vivre ou se déplacer à la fois dans l'eau et sur la terre 
amphibie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amphibie
αρσενικό πληθυντικό
amphibies
θηλυκό ενικό
amphibie
θηλυκό πληθυντικό
amphibies
Παραδείγματα
La grenouille est un animal amphibie. 

Ο βάτραχος είναι ένα αμφίβιο ζώο.

02

αμφίβιος, αμφίβια

qui peut circuler ou fonctionner à la fois sur l'eau et sur la terre 
Παραδείγματα
Le véhicule amphibie peut passer de la route à la rivière. 

Το αμφίβιο όχημα μπορεί να περάσει από το δρόμο στο ποτάμι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store