allégé
all
ale
ale
égé
ʒe
zhe

Ορισμός και σημασία του "allégé"στα γαλλικά

01

ελαφρύς, χαμηλών θερμίδων

réduit en matières grasses ou en calories 
allégé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus allégé
συγκριτικός βαθμός
plus allégé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
allégé
αρσενικό πληθυντικό
allégés
θηλυκό ενικό
allégée
θηλυκό πληθυντικό
allégées
θεματικό πεδίο
alimentation, nutrition, santé
Παραδείγματα
J'achète du lait allégé pour le petit-déjeuner. 

Αγοράζω αποβουτυρωμένο γάλα για το πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store