l'alcoolisme
Pronunciation
/alkɔlˈism/

Ορισμός και σημασία του "alcoolisme"στα γαλλικά

L'alcoolisme
[gender: masculine]
01

αλκοολισμός, εθισμός στο αλκοόλ

dépendance excessive et chronique à l'alcool
l'alcoolisme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' alcoolisme peut causer des maladies du foie.
Αλκοολισμός μπορεί να προκαλέσει ασθένειες του ήπατος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store