l'alcool
al
al
al
cool
kɔl
kawl

Ορισμός και σημασία του "alcool"στα γαλλικά

01

αλκοόλ, απολυμαντικό υγρό

liquide utilisé comme désinfectant ou antiseptique 
l'alcool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alcools
Παραδείγματα
Elle utilise de l'alcool pour désinfecter la plaie. 

Χρησιμοποιεί αλκοόλ για να απολυμαίνει το τραύμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store