l'alcool
Pronunciation
/alkɔl/

Ορισμός και σημασία του "alcool"στα γαλλικά

01

αλκοόλ, απολυμαντικό υγρό

liquide utilisé comme désinfectant ou antiseptique
l'alcool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alcools
Παραδείγματα
Le médecin recommande de l' alcool pour nettoyer la zone infectée.
Ο γιατρός συνιστά αλκοόλ για τον καθαρισμό της μολυσμένης περιοχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store