l'agresseur
ag
ag
ag
re
ʁɛ
re
sseur
sœʁ
soer

Ορισμός και σημασία του "agresseur"στα γαλλικά

01

επιτιθέμενος, εγκληματίας

personne qui attaque ou attaque physiquement quelqu' un 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agresseurs
αρσενικό ενικό
agresseur
θηλυκό ενικό
agresseuse
neutral form
personne agressive
Παραδείγματα
La police a arrêté l'agresseur après l'incident. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον επιτιθέμενο μετά το περιστατικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store