Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'agrandissement
[gender: masculine]
01
επέκταση, διεύρυνση
action de développer ou d'étendre quelque chose (entreprise, domaine, territoire)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agrandissement
Παραδείγματα
L' agrandissement de cette boutique est impressionnant.
Η επέκταση αυτού του καταστήματος είναι εντυπωσιακή.
02
μεγέθυνση, διεύρυνση
action de reproduire une image en format plus grand (photo, plan, dessin)
Παραδείγματα
Cet agrandissement montre mieux les détails.
Αυτή η μεγέθυνση δείχνει καλύτερα τις λεπτομέρειες.
03
επέκταση, μεγέθυνση
action de rendre plus grand en taille (bâtiment, pièce, espace)
Παραδείγματα
L' agrandissement du bureau donne plus de confort.
Η διεύρυνση του γραφείου προσφέρει περισσότερη άνεση.



























