Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'agrafe
01
κούμπωμα, πόρπη
pièce métallique qui sert à fermer ou attacher un objet, souvent par verrouillage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
agrafes
Παραδείγματα
Le sac se ferme avec une agrafe solide.
Η τσάντα κλείνει με ένα σταθερό συνδετήρα.
02
πόρπη, συνδετήρας
petit dispositif servant à fixer ou attacher deux éléments, souvent sur un vêtement ou un accessoire
Παραδείγματα
La ceinture est fermée avec une agrafe.
Η ζώνη κλείνει με ένα κλιπ.
03
συνδετήρας, μεταλλικό συνδετήρα
petit objet métallique utilisé pour fixer des feuilles de papier ensemble
Παραδείγματα
J'ai utilisé une agrafe pour maintenir les documents ensemble.
Χρησιμοποίησα ένα συρραπτικό για να κρατήσω τα έγγραφα μαζί.



























