Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agité
01
νευρικός, ανήσυχος
qui est nerveux ou anxieux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus agité
συγκριτικός βαθμός
plus agité
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agité
αρσενικό πληθυντικό
agités
θηλυκό ενικό
agitée
θηλυκό πληθυντικό
agitées
Παραδείγματα
Elle est agitée avant de passer son examen.
Είναι ανήσυχη πριν από τις εξετάσεις της.



























