Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggraver
01
επιδεινώνω, εντείνω
augmenter l'intensité ou la gravité de quelque chose de négatif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aggrave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aggravons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aggraverai
ενεστώτα μετοχή
aggravant
παθητική μετοχή
aggravé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aggravions
Παραδείγματα
Le manque de sommeil aggrave la sensation de fatigue.
Η έλλειψη ύπνου επιδεινώνει την αίσθηση της κούρασης.
02
χειροτερεύω, επιδεινώνω
rendre une situation, un problème ou un état plus sérieux ou plus difficile
Παραδείγματα
La dette a été aggravée par des dépenses imprévues.
Το χρέος επιδεινώθηκε από απρόβλεπτες δαπάνες.



























