Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggraver
01
επιδεινώνω, εντείνω
augmenter l'intensité ou la gravité de quelque chose de négatif
Παραδείγματα
Le manque de sommeil aggrave la sensation de fatigue.
Η έλλειψη ύπνου επιδεινώνει την αίσθηση της κούρασης.
02
χειροτερεύω, επιδεινώνω
rendre une situation, un problème ou un état plus sérieux ou plus difficile
Παραδείγματα
La dette a été aggravée par des dépenses imprévues.
Το χρέος επιδεινώθηκε από απρόβλεπτες δαπάνες.



























