Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggraver
01
επιδεινώνω, εντείνω
augmenter l'intensité ou la gravité de quelque chose de négatif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aggrave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aggravons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aggraverai
ενεστώτα μετοχή
aggravant
παθητική μετοχή
aggravé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aggravions
Παραδείγματα
La douleur a été aggravée par le mouvement.
Ο πόνος επιδεινώθηκε από την κίνηση.
02
χειροτερεύω, επιδεινώνω
rendre une situation , un problème ou un état plus sérieux ou plus difficile
Παραδείγματα
La pluie a aggravé les inondations dans la ville.
Η βροχή επέδεινε τις πλημμύρες στην πόλη.



























