Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'agence de voyages
01
ταξιδιωτικό γραφείο, ταξιδιωτική πρακτορεία
entreprise qui organise et vend des séjours, des billets et des services liés aux voyages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
agences de voyages
Παραδείγματα
L' agence de voyages est fermée le dimanche.
Το ταξιδιωτικό γραφείο είναι κλειστό την Κυριακή.



























