Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affreux
01
φρικτός, αηδιαστικός
qui inspire l'horreur, la peur ou un profond dégoût
Παραδείγματα
Un crime affreux a été commis dans ce quartier.
Ένα τρομερό έγκλημα διαπράχθηκε σε αυτή τη γειτονιά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φρικτός, αηδιαστικός