Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adverse
01
αντίθετη, αντιμαχόμενη
opposée dans un procès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adverse
αρσενικό πληθυντικό
adverses
θηλυκό ενικό
adverse
θηλυκό πληθυντικό
adverses
Παραδείγματα
La partie adverse a présenté un nouveau document.
Η αντίπαλη πλευρά παρουσίασε ένα νέο έγγραφο.
02
εχθρικός, αντίθετος
qui manifeste de l'hostilité ou une opposition agressive
Παραδείγματα
L'armée adverse a lancé une attaque surprise.
Ο εχθρικός στρατός εξαπέλυσε μια αιφνιδιαστική επίθεση.
03
ανταγωνιστικός, αντίπαλος
qui est en situation de compétition ou d'opposition directe
Παραδείγματα
L'entreprise adverse a lancé un nouveau produit.
Η ανταγωνιστική εταιρεία κυκλοφόρησε ένα νέο προϊόν.



























