Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
administratif
01
διοικητικός, διοικητική
qui concerne l'administration ou la gestion officielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
administratif
αρσενικό πληθυντικό
administratifs
θηλυκό ενικό
administrative
θηλυκό πληθυντικό
administratives
Παραδείγματα
Elle travaille dans le service administratif de l'hôpital.
Δουλεύει στο διοικητικό τμήμα του νοσοκομείου.



























