Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actualiser
01
ενημερώνω, ανανεώνω
rendre quelque chose actuel, précis ou à jour, souvent en ajoutant les dernières données ou modifications
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
actualise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
actualisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
actualiserai
ενεστώτα μετοχή
actualisant
παθητική μετοχή
actualisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
actualisions
Παραδείγματα
Les informations ont été actualisées ce matin.
Οι πληροφορίες ενημερώθηκαν σήμερα το πρωί.



























