actualiser
Pronunciation
/aktɥalize/

Ορισμός και σημασία του "actualiser"στα γαλλικά

actualiser
01

ενημερώνω, ανανεώνω

rendre quelque chose actuel, précis ou à jour, souvent en ajoutant les dernières données ou modifications
actualiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
actualise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
actualisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
actualiserai
ενεστώτα μετοχή
actualisant
παθητική μετοχή
actualisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
actualisions
Παραδείγματα
Les informations ont été actualisées ce matin.
Οι πληροφορίες ενημερώθηκαν σήμερα το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store