Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acide
01
ξινός
qui a une saveur piquante et désagréable comme celle du citron ou du vinaigre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus acide
συγκριτικός βαθμός
plus acide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acide
αρσενικό πληθυντικό
acides
θηλυκό ενικό
acide
θηλυκό πληθυντικό
acides
Παραδείγματα
Le vin a une note légèrement acide.
Το κρασί έχει μια ελαφρώς ξινή νότα.
02
όξινος, οξύς
qui contient ou produit un acide, ou qui a les propriétés d'un acide
Παραδείγματα
Ce liquide a une réaction acide sur la peau.
Αυτό το υγρό έχει οξική αντίδραση στο δέρμα.
03
δάκνων, οξύς
qui est désagréable, mordant ou ironique dans les paroles ou le ton
Παραδείγματα
J' ai trouvé son humour un peu acide.
Βρήκα το χιούμορ του λίγο δριμύ.



























