l'acheteur
acheteur
aʃ(ə)tœʀ
ashētoer
acheter

Ορισμός και σημασία του "acheteur"στα γαλλικά

01

personne qui achète quelque chose, contre de l'argent 

l'acheteur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acheteurs
Παραδείγματα
L'acheteur a payé la maison en liquide. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store