Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acheter
01
αγοράζω, αγοράζω
donner de l'argent pour obtenir un objet ou un service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
achète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
achetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
achèterai
ενεστώτα μετοχή
achetant
παθητική μετοχή
acheté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
achetions
Παραδείγματα
Tu veux acheter quelque chose ?
Θέλεις να αγοράσεις κάτι;
1.1
αγοράζω για τον εαυτό μου, αγοράζω για προσωπική χρήση
acheter un objet pour son usage personnel
Παραδείγματα
Tu t' achètes toujours des gadgets intéressants.
Πάντα αγοράζεις στον εαυτό σου ενδιαφέροντα gadget.
02
δωροδοκώ, αγοράζω
donner de l'argent ou un avantage pour obtenir le soutien de quelqu'un
Παραδείγματα
Personne ne devrait être acheté pour changer ses opinions.
Κανείς δεν πρέπει να αγοράζεται για να αλλάξει τις απόψεις του.



























