acheter
Pronunciation
/aʃ(ə)te/

Ορισμός και σημασία του "acheter"στα γαλλικά

acheter
01

αγοράζω, αγοράζω

donner de l'argent pour obtenir un objet ou un service
acheter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
achète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
achetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
achèterai
ενεστώτα μετοχή
achetant
παθητική μετοχή
acheté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
achetions
Παραδείγματα
Tu veux acheter quelque chose ?
Θέλεις να αγοράσεις κάτι;
1.1

αγοράζω για τον εαυτό μου, αγοράζω για προσωπική χρήση

acheter un objet pour son usage personnel
acheter definition and meaning
Παραδείγματα
Tu t' achètes toujours des gadgets intéressants.
Πάντα αγοράζεις στον εαυτό σου ενδιαφέροντα gadget.
02

δωροδοκώ, αγοράζω

donner de l'argent ou un avantage pour obtenir le soutien de quelqu'un
acheter definition and meaning
Παραδείγματα
Personne ne devrait être acheté pour changer ses opinions.
Κανείς δεν πρέπει να αγοράζεται για να αλλάξει τις απόψεις του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store