accélérer
accélérer
akseleʁe
akselere

Ορισμός και σημασία του "accélérer"στα γαλλικά

accélérer
01

επιταχύνω

augmenter la vitesse d'un mouvement ou d'un véhicule 
accélérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accélère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accélérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accélérerai
ενεστώτα μετοχή
accélérant
παθητική μετοχή
accéléré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accélérions
Παραδείγματα
Le conducteur doit accélérer pour monter la côte. 

Ο οδηγός πρέπει να επιταχύνει για να ανέβει τον λόφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store