l'accusé
a
a
a
ccusé
kyze
kyze
accuser

Ορισμός και σημασία του "accusé"στα γαλλικά

01

ο κατηγορούμενος, ο εναγόμενος

personne  à qui la justice reproche  un crime ou un délit et qui est jugée devant un tribunal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accusés
αρσενικό ενικό
accusé
θηλυκό ενικό
accusée
neutral form
prévenu(e)
Παραδείγματα
L'accusé a nié  tous les faits devant le juge. 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλα τα γεγονότα μπροστά στον δικαστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store