Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aboyer
01
γαβγίζω, αλυχτώ
pousser le cri d'un chien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aboie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aboyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aboierai
ενεστώτα μετοχή
aboyant
παθητική μετοχή
aboyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aboyions
Παραδείγματα
Même la chienne âgée aboie encore quand quelqu' un arrive.
Ακόμα και η γριά σκύλα γαβγίζει όταν έρχεται κάποιος.



























