aboyer
aboyer
abwaje
abvaye
aboyeur

Ορισμός και σημασία του "aboyer"στα γαλλικά

aboyer
01

γαβγίζω, αλυχτώ

pousser le cri d'un chien 
aboyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aboie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aboyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aboierai
ενεστώτα μετοχή
aboyant
παθητική μετοχή
aboyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aboyions
Παραδείγματα
Le chien aboie devant la porte . 

Ο σκύλος γαβγίζει μπροστά στην πόρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store