Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aberrant
01
ανώμαλος, εκτραπείς
qui s'écarte de la norme, surprenant ou choquant par son étrangeté
Παραδείγματα
Ce comportement aberrant a choqué tout le monde.
Αυτή η αποκλίνουσα συμπεριφορά σόκαρε όλους.
02
παράλογος, παράλογος
qui est insensé, illogique ou dépourvu de sens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus aberrant
συγκριτικός βαθμός
plus aberrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aberrant
αρσενικό πληθυντικό
aberrants
θηλυκό ενικό
aberrante
θηλυκό πληθυντικό
aberrantes
Παραδείγματα
Cette théorie semble aberrante au regard des faits.
Αυτή η θεωρία φαίνεται αποκλίνουσα υπό το φως των γεγονότων.
03
ανώμαλος, εκτρέπομενος
qui dévie de la norme ou de la régularité, notamment en linguistique
Παραδείγματα
Ce phénomène linguistique est considéré comme aberrant.
Αυτό το γλωσσικό φαινόμενο θεωρείται αποκλίνον.
Λεξικό Δέντρο
aberrant
aberr



























