abattu
abattu
abatsy
abatsy

Ορισμός και σημασία του "abattu"στα γαλλικά

01

κατεβασμένος, αποθαρρυμένος

qui est très fatigué moralement, découragé ou profondément triste 
abattu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abattu
συγκριτικός βαθμός
plus abattu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abattu
αρσενικό πληθυντικό
abattus
θηλυκό ενικό
abattue
θηλυκό πληθυντικό
abattues
θεματικό πεδίο
état, émotion, santé
Παραδείγματα
Depuis son échec, il est complètement abattu. 

Από την αποτυχία του, είναι εντελώς κατεστραμμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store