l'abattement
abattement
abatmɑ̃
abatmaa

Ορισμός και σημασία του "abattement"στα γαλλικά

01

αποθάρρυνση, κατάθλιψη

état de découragement ou de fatigue morale intense 
l'abattement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il est tombé dans l'abattement après son échec. 

Έπεσε στην απογοήτευση μετά την αποτυχία του.

02

έκπτωση, μείωση

réduction appliquée sur un prix, une taxe ou un montant 
l'abattement definition and meaning
Παραδείγματα
L'abattement sur les impôts est important cette année. 

Η έκπτωση στους φόρους είναι σημαντική φέτος.

03

φοροαπαλλαγή, φοροελάφρυνση

réduction ou remise accordée sur les impôts 
Παραδείγματα
Les familles nombreuses bénéficient d'un abattement fiscal. 

Οι πολυμελείς οικογένειες ωφελούνται από μια φορολογική απαλλαγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store