Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abasourdi
01
extrêmement surpris ou choqué au point d'être hébété
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abasourdi
συγκριτικός βαθμός
plus abasourdi
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abasourdi
αρσενικό πληθυντικό
abasourdis
θηλυκό ενικό
abasourdie
θηλυκό πληθυντικό
abasourdies
Παραδείγματα
Il est resté abasourdi devant l' ampleur des dégâts.



























