Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandonné
01
εγκαταλελειμμένος, αφημένος
qui a été laissé à l'abandon, sans soin ni surveillance, ou déserté par ses occupants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abandonné
συγκριτικός βαθμός
plus abandonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abandonné
αρσενικό πληθυντικό
abandonnés
θηλυκό ενικό
abandonnée
θηλυκό πληθυντικό
abandonnées
θεματικό πεδίο
état, lieu, propriété
Παραδείγματα
Le bâtiment est abandonné depuis plusieurs années.
Το κτίριο είναι εγκαταλελειμμένο εδώ και αρκετά χρόνια.
02
εγκαταλελειμμένος, απορριμμένος
qui a été laissé derrière soi, sans protection ni soin, souvent de façon volontaire
Παραδείγματα
Le navire abandonné flottait au milieu de l'océan.
Το εγκαταλειμμένο πλοίο έπλεε στη μέση του ωκεανού.
LanGeek



























