Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandonner
01
εγκαταλείπω, αφήνω
partir et ne plus s'occuper de quelqu'un ou de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
abandonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abandonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abandonnerai
ενεστώτα μετοχή
abandonnant
παθητική μετοχή
abandonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abandonnions
Παραδείγματα
Ils ont abandonné la voiture en panne sur le bord de la route.
Εγκατέλειψαν το χαλασμένο αυτοκίνητο στο άκρο του δρόμου.
02
παραδίνομαι, εγκαταλείπω τον εαυτό μου
se laisser aller à un sentiment sans retenue
Παραδείγματα
Elle s' est complètement abandonnée à l' amour.
Παραδόθηκε εντελώς στην αγάπη.



























