abandonner
abandonner
abɑ̃dɔne
abaadawne

Ορισμός και σημασία του "abandonner"στα γαλλικά

abandonner
01

εγκαταλείπω, αφήνω

partir et ne plus s'occuper de quelqu'un ou de quelque chose 
abandonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
abandonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
abandonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
abandonnerai
ενεστώτα μετοχή
abandonnant
παθητική μετοχή
abandonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
abandonnions
Παραδείγματα
Il a abandonné sa maison pendant la guerre. 

Εγκατέλειψε το σπίτι του κατά τη διάρκεια του πολέμου.

02

παραδίνομαι, εγκαταλείπω τον εαυτό μου

se laisser aller à un sentiment sans retenue 
Παραδείγματα
Elle s'est abandonnée à la tristesse après la nouvelle. 

Αυτή παραδόθηκε στη θλίψη μετά την είδηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store