musical[adj]
musicien[n]
μουσικός
musique[n]
μουσική,μουσική
musique country[n]
μουσική κάντρι,αμερικανική μουσική κάντρι
musique électronique[n]
ηλεκτρονική μουσική,ηλεκτρονική μουσική
musique expérimentale[n]
πειραματική μουσική,μουντέρνα μουσική
musique progressive[n]
προοδευτική μουσική,προοδευτικό ροκ
mustang[n]
μουστανγκ,άγριο άλογο της Βόρειας Αμερικής
musulman[n]
μουσουλμάνος,μαχόμετανος
mutation[n]
μετάλλαξη,μεταμόρφωση
mutiler[v]
ακρωτηριασμένος,παραμορφωμένος
mutuel[adj]
mygale[n]
ταραντούλα,τριχωτή αράχνη
myrtille[n]
μύρτιλο,βατόμουρο
mystère[n]
μυστήριο,αίνιγμα
mystérieux[adj]
mythe[n]
μύθος,θρύλος
mythologie[n]