Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tamborilear
01
tocar un ritmo repetido sobre un tambor u otra superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
El percusionista empezó a tamborilear un ritmo rápido.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tocar un ritmo repetido sobre un tambor u otra superficie