recopilar
Pronunciation
/rˌekopilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "recopilar"στα ισπανικά

recopilar
01

συλλέγω, συγκεντρώνω

reunir o juntar cosas, datos o información
recopilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recopilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recopila
ενεστώτα μετοχή
recopilando
απλός αόριστος
recopiló
παθητική μετοχή
recopilado
Παραδείγματα
La investigación recopila muchos estudios previos.
Η έρευνα συλλέγει πολλές προηγούμενες μελέτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store