Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recopilar
01
συλλέγω, συγκεντρώνω
reunir o juntar cosas, datos o información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recopilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recopila
ενεστώτα μετοχή
recopilando
απλός αόριστος
recopiló
παθητική μετοχή
recopilado
Παραδείγματα
Recopilaron datos de varias fuentes.
Συνέλεξαν δεδομένα από πολλές πηγές.



























