Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atenuar
01
εξασθενώ, ανακουφίζω
disminuir la intensidad, fuerza o severidad de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atenúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atenúa
ενεστώτα μετοχή
atenuando
απλός αόριστος
atenuó
παθητική μετοχή
atenuado
Παραδείγματα
El ruido se atenúa con este material.
Ο θόρυβος μειώνεται με αυτό το υλικό.



























