atenuar
Pronunciation
/ˌatenwˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "atenuar"στα ισπανικά

atenuar
01

εξασθενώ, ανακουφίζω

disminuir la intensidad, fuerza o severidad de algo
atenuar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atenúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atenúa
ενεστώτα μετοχή
atenuando
απλός αόριστος
atenuó
παθητική μετοχή
atenuado
Παραδείγματα
El ruido se atenúa con este material.
Ο θόρυβος μειώνεται με αυτό το υλικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store