Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pulido
01
εκλεπτυσμένος, κομψός
que muestra elegancia, educación o gran sofisticación en el comportamiento o estilo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas pulido
συγκριτικός βαθμός
mas pulido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pulido
αρσενικό πληθυντικό
pulidos
θηλυκό ενικό
pulida
θηλυκό πληθυντικό
pulidas
Παραδείγματα
Su gusto en arte es muy pulido.
Το γούστο της στην τέχνη είναι πολύ εκλεπτυσμένο.



























