Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ilustre
01
ένδοξος, διακεκριμένος
que destaca por su prestigio, fama o importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ilustre
συγκριτικός βαθμός
más ilustre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ilustre
αρσενικό πληθυντικό
ilustres
θηλυκό ενικό
ilustre
θηλυκό πληθυντικό
ilustres
Παραδείγματα
Es un edificio ilustre de la ciudad.
Είναι ένα διάσημο κτίριο της πόλης.



























