Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ilustre
01
ένδοξος, διακεκριμένος
que destaca por su prestigio, fama o importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ilustre
συγκριτικός βαθμός
más ilustre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ilustre
αρσενικό πληθυντικό
ilustres
θηλυκό ενικό
ilustre
θηλυκό πληθυντικό
ilustres



























