ilustre
Pronunciation
/ilˈustɾe/

Ορισμός και σημασία του "ilustre"στα ισπανικά

01

ένδοξος, διακεκριμένος

que destaca por su prestigio, fama o importancia 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ilustre
συγκριτικός βαθμός
más ilustre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ilustre
αρσενικό πληθυντικό
ilustres
θηλυκό ενικό
ilustre
θηλυκό πληθυντικό
ilustres
θεματικό πεδίο
prestigio, importancia
Παραδείγματα
Es un edificio ilustre de la ciudad. 

Είναι ένα διάσημο κτίριο της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store