Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recóndito
01
απόμακρος
que está muy apartado o difícil de acceder físicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más recóndito
συγκριτικός βαθμός
más recóndito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recóndito
αρσενικό πληθυντικό
recónditos
θηλυκό ενικό
recóndita
θηλυκό πληθυντικό
recónditas
Παραδείγματα
Es una zona recóndita y poco habitada.
Είναι μια απομακρυσμένη και αραιοκατοικημένη περιοχή.



























