Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
racheado
01
ριπαίος, ανεμοστρόβιλος
que presenta ráfagas fuertes e intermitentes de viento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más racheado
συγκριτικός βαθμός
más racheado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
racheado
αρσενικό πληθυντικό
racheados
θηλυκό ενικό
racheada
θηλυκό πληθυντικό
racheadas
Παραδείγματα
El día estaba racheado y frío.
Η μέρα ήταν ανεμώδης και κρύα.



























