Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el movimiento sísmico
/mˌoβimjˈɛnto sˈismiko/
El movimiento sísmico
01
σεισμική κίνηση, σεισμική δόνηση
movimiento de la tierra producido por actividad sísmica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
movimientos sísmicos
Παραδείγματα
El movimiento sísmico causó alarma entre los habitantes.
Η σεισμική κίνηση προκάλεσε συναγερμό μεταξύ των κατοίκων.



























