Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La serenidad
01
γαλήνη
estado de calma y tranquilidad sin agitación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mantuvo la serenidad en la situación difícil.
Διατήρησε την ηρεμία στην δύσκολη κατάσταση.



























