Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la entidad financiera
/ˌɛntiðˈad fˌinanθjˈɛɾa/
La entidad financiera
01
χρηματοπιστωτικό ίδρυμα
organización que ofrece servicios financieros como préstamos, inversiones o gestión de dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
entidades financieras
Παραδείγματα
Solicitó un préstamo en una entidad financiera.
Υπέβαλε αίτηση για δάνειο σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.



























