Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la enocomía sumergida
/ˌenokomˈia sˌumɛɾxˈiða/
La enocomía sumergida
01
παραοικονομία, άτυπη οικονομία
actividad económica no declarada a las autoridades para evitar impuestos o regulación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό



























