Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antimonopolista
01
αντιμονοπωλιακός
que se opone a los monopolios o busca evitar su existencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antimonopolista
αρσενικό πληθυντικό
antimonopolistas
θηλυκό ενικό
antimonopolista
θηλυκό πληθυντικό
antimonopolistas



























