Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El microcrédito
01
μικροπίστωση, μικροδάνειο
préstamo de pequeña cantidad concedido a personas o negocios con pocos recursos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
microcréditos
Παραδείγματα
Recibió un microcrédito para abrir su tienda.
Έλαβε ένα μικροπιστωτικό δάνειο για να ανοίξει το κατάστημά της.



























