Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La precarización
01
επισφάλεια, αβεβαιότητα εργασίας
proceso de empeoramiento de las condiciones laborales o sociales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La precarización social ha aumentado en la última década.
Η επισφαλής κατάσταση της κοινωνίας έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία.



























