Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La precarización
01
επισφάλεια, αβεβαιότητα εργασίας
proceso de empeoramiento de las condiciones laborales o sociales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La precarización del empleo preocupa a los sindicatos.
Η επισφάλεια της απασχόλησης ανησυχεί τα συνδικάτα.



























