la precarización
Pronunciation
/pɾˌekaɾˌiθaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "precarización"στα ισπανικά

La precarización
01

επισφάλεια, αβεβαιότητα εργασίας

proceso de empeoramiento de las condiciones laborales o sociales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La precarización social ha aumentado en la última década.
Η επισφαλής κατάσταση της κοινωνίας έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store