Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saturado
01
κορεσμένος, γεμάτος
que ha alcanzado su límite máximo de absorción, disolución o capacidad
Παραδείγματα
El aire está saturado de humedad.
Ο αέρας είναι κορεσμένος με υγρασία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κορεσμένος, γεμάτος