saturado
Pronunciation
/sˌatuɾˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "saturado"στα ισπανικά

01

κορεσμένος, γεμάτος

que ha alcanzado su límite máximo de absorción, disolución o capacidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más saturado
συγκριτικός βαθμός
más saturado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
saturado
αρσενικό πληθυντικό
saturados
θηλυκό ενικό
saturada
θηλυκό πληθυντικό
saturadas
Παραδείγματα
El aire está saturado de humedad.
Ο αέρας είναι κορεσμένος με υγρασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store